Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

80 λεπτά τυφλή

Δεν είχα ιδέα που πάω. Ήξερα ελάχιστα για αυτό που θα συναντούσα, αλλά μου αρκούσε. Θα ήμουν για 80 λεπτά τυφλή και αυτό με προκαλούσε. Εμπειρία θα έλεγε κάποιος, δοκιμασία κάποιος άλλος, πως θα νιώθω μετά, σκέφτηκα εγώ.
Κάπως έτσι βρέθηκα σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλα 7 άγνωστα άτομα να ακούω τον τρόπο που θα κρατάω και θα χρησιμοποιώ το λευκό μπαστούνι. Νιώθαμε όλοι την ίδια ταραχή, που πάμε, τι θα κάνουμε, πως θα νιώσουμε;
Σε λίγο το φως θα χαμήλωνε και στην άλλη αίθουσα θα μας περίμενε η Αυγουστίνα, η γλυκιά Αυγουστίνα, που θα μας συνόδευε σε μια διαδρομή που δεν είχε προηγούμενο…
 Απόλυτο σκοτάδι και μια μικρή αναστάτωση άρχισε να επικρατεί. «Πιάστε δεξιά τον τοίχο και ακολουθήστε τον», ακούσαμε την γλυκιά της φωνή να μας λέει και κάπως έτσι προχωρήσαμε…
…κάναμε βόλτα στην Αθήνα, περάσαμε από το Ζάππειο, ανεβήκαμε το γεφυράκι, αγγίξαμε τα δέντρα, ακούσαμε τα πουλιά, βρέξαμε τα χέρια μας, σκόνταψα στο αυτοκίνητο, περάσαμε το φανάρι, κατεβήκαμε στην αποβάθρα, χτυπήσαμε εισιτήριο, μπήκαμε στο μετρό, ταξιδέψαμε, περπατήσαμε στο κέντρο, μυρίσαμε τη ρίγανη, τα σκόρδα και το δεντρολίβανο, πιάσαμε τα ρούχα, μπήκαμε μέσα στο καφέ, ψωνίσαμε… και όλα αυτά σε απόλυτη συσκότιση. Ακόμα και η φαντασία μας είχε σκοτεινιάσει, ζούσαμε ολοκληρωτικά εκείνη τη στιγμή. Αγγίζαμε διαρκώς ότι υπήρχε δεξιά και αριστερά, αγγίζαμε διαρκώς ο ένας τον άλλο, μάλλον έτσι νιώθαμε μεγαλύτερη ασφάλεια. Όλες μας οι άλλες αισθήσεις, εκτός από την όραση είχαν πετάξει φωτιές. Τα αντανακλαστικά μας είχαν ενεργοποιηθεί όσο ποτέ άλλη φορά. Πολύ σύντομα είχαμε εξοικειωθεί με το σκοτάδι και σχεδόν το απολαμβάναμε. Μιλούσαμε, γελούσαμε, συζητούσαμε.
Ήμασταν μια παρέα τυφλών που έκανε βόλτα στην πόλη… Και όταν η Αυγουστίνα μας είπε, πως η διαδρομή τελείωσε, εμείς ζητήσαμε κι άλλο. Δεν ξέρω γιατί, για να λυτρωθούμε ή για να αυτοτιμωρηθούμε από τύψεις πως εμείς βλέπουμε;
Δεν θέλω να πω περισσότερες λεπτομέρειες για τη διαδικασία, εξάλλου είναι δύσκολο να μεταφέρω τέτοιου είδους συναισθήματα στο χαρτί. Δεν θα ήθελα να γράψω κάτι λιγότερο από αυτό που έχω αισθανθεί. Θα αφήσω να παραμείνει μυστήριος ο «Διάλογος στο σκοτάδι», μια προτροπή για να βρεθεί κάποιος εκεί.
Το συμπέρασμα; Ο κόσμος δεν είναι διαφορετικός χωρίς χρώματα, μάλλον γιατί η καρδιά βλέπει καλύτερα από τα μάτια…
ΥΓ. Η Αυγουστίνα ήρθε μαζί μας και όταν βγήκαμε στο φως. Εκείνη δεν μπόρεσε να μας δει. Εμείς όμως την είδαμε και ήταν μια κούκλα. Την ευχαριστούμε.
Δημοσιευμένο: e-orfeas.gr

INFO
“Dialogue in the Dark”
ΘΕΑΤΡΟ BADMINTON
Ολυμπιακά Ακίνητα Γουδή,
157 73, Αθήνα, Ελλάδα
Για πληροφορίες και κρατήσεις καλέστε στο 210 8840600
e-mail: info@badmintontheater.gr

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Στο μαύρο το κόκκινο φαίνεται…

Κοίτα να δεις που άλλαξα  γνώμη για τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Άρχισα  και εγώ να αναρωτιέμαι μήπως τελικά οι πολλοί έχουν κάποιο λόγο σοβαρό που δεν κατεβαίνουν στους δρόμους. Και δεν έχει κανένα ειρωνικό υπονοούμενο ο λόγος μου. Μήπως τελικά κανείς δεν θέλει να πάει στο Σύνταγμα υποκινούμενος από εργατοπατέρες; Μήπως κανείς δεν  θέλει να φωνάξει μπροστά από την Βουλή κρατώντας πολύχρωμη σημαία;

Νομίζω ότι κανείς δεν επιθυμεί να κρατάει πανό με συνδικαλιστικά και κομματικά αρχικά.

Μήπως τελικά αυτή η κίνηση αποχής δείχνει πως δεν ανεχόμαστε άλλο πια τις κατευθύνσεις; Και να σκεφτείς πως κάποτε, οι πορείες τέτοιου τύπου ήταν απίστευτα μεγάλες και χωρίς η χώρα να έχει καταντήσει έτσι, όπως τώρα.
Εάν βγούμε αυθόρμητα στους δρόμους τότε θα είμαστε πολλοί και είναι βέβαιο ότι οι τριακόσιοι θα μας φοβηθούν πραγματικά. Θα μου πεις: όπως φοβήθηκαν τους Αγανακτισμένους; Μόνο που τότε οι αγανακτισμένοι ήταν λίγοι. Σήμερα είναι περισσότεροι και μεθαύριο θα είναι αμέτρητοι.

Μέχρι τότε όμως τι κάνουμε;

Να είμαστε αισιόδοξοι, θα έλεγε κάποιος.

Όμως πως μπορείς να ζητάς από τον άλλο που δεν έχει καθόλου δουλειά, που δεν έχει κανένα εισόδημα, που έχει μόνο υποχρεώσεις, να είναι αισιόδοξος και πως του ζητάς να κάνει υπομονή; Αν ειδικά εσύ που τον συμβουλεύεις, εξακολουθείς να έχεις ακόμα την δουλειά σου; Του μιλάς εκ του ασφαλούς και μάλλον έτσι  τον κάνεις να νιώθει ακόμα χειρότερα.
Αν κάποιοι από  εμάς έβλεπαν ένα φως στο τούνελ, αν μας έπειθαν αυτοί που μας κυβερνούν ότι μπορούν να μας προστατέψουν, τότε ναι,  θα μπορούσε να είμαστε κάπως πιο αισιόδοξοι. Όταν όμως αισθανόμαστε και ξέρουμε πως κάνουν κουμάντο άνθρωποι που οδήγησαν την χώρα μας εκεί που την οδήγησαν, τότε δεν γίνεται να εμπιστευτούμε εκείνους που μας έκλεψαν.

Και κάπως έτσι τα συναισθήματά μας άρχισαν να αλλάζουν.

Αρχίσαμε να αισθανόμαστε οργή, θλίψη, πόνο. Θέλουμε να τιμωρηθούν εκείνοι που ξέρουμε πως έχουν κινηθεί εναντίον της χώρας μας. Γιατί όταν σου στερούν την αξιοπρέπεια, σαν να είσαι μόνο ένας αριθμός, τότε αρχίζεις να αισθάνεσαι και θυμό.

 Και όταν μάλιστα τα μυαλά και το μορφωτικό σου επίπεδο, δεν θέλει και πολύ να παρασυρθεί από εκείνους που βρίσκουν τρόπο να σε πείσουν πως μπορούν να ξεβρομίσουν τον τόπο, τότε νιώθεις ένα ακόμα πιο επικίνδυνο συναίσθημα: Εκδίκηση.

Για τον ένα ή για τον άλλο λόγο η εκδίκηση στη χώρα μας βρήκε χρώμα και σχήμα.
Αλλά εσείς οι εκδικητικοί τύποι πρέπει να γνωρίζετε ότι στο μαύρο το κόκκινο φαίνεται …

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Δεν τρώω το χαβιάρι σας

«Είδα κάποτε μια μέλισσα πνιγμένη μέσα στο μέλι και κατάλαβα…», είχε πει ο Νίκος Καζαντζάκης και η βαθυστόχαστη εκείνη φράση του επιβεβαιώθηκε εχθές, επιβεβαιώνεται σήμερα, θα επιβεβαιωθεί και αύριο.  Μη με ρωτήσετε ποιος είναι το μέλι και ποιος η μέλισσα. Ξέρουμε και οι δύο. Και το μέλι σε εκείνη τη βράβευση ξεχείλισε και ύστερα όλοι είχαν κάτι να πουν για τον Σμαραγδή. Ότι και να λένε τα έργα του σκηνοθέτη έσπαγαν ταμεία (Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι, Ελ Γκρέκο, Καβάφης). Αλλά δεν φταίει αυτός που τον κάναμε σπουδαίο. Δεν κουτσομπόλευαν μόνο τον Σμαραγδή και την μαντινάδα του, ψιθύριζαν και για τον Σαμαρά. Όμως ούτε αυτός φταίει. Γιατί εμείς τον κάναμε για πρωθυπουργό. Αν  ζούσε σήμερα ο Καζαντζάκης, ποιος ξέρει τι θα έλεγε στον Αντώνη Σαμαρά και στον Γιάννη Σμαραγδή.  Γιατί όποιος έχει μελετήσει το έργο του, θα έχει διαπιστώσει πως ο Καζαντζάκης, που δεν ήταν απλά και μόνο ένας μεγάλος συγγραφέας αλλά υπήρξε και ένας σπουδαίος Έλληνας διανοούμενος, σιχαινόταν τους ανθρώπους. Όχι όλους. Αποστρεφόταν τη Μελάδα και τους Ελληνάδες,  όχι την Ελλάδα, «την Ελλάδα την αιώνια που κουβαλούσε μέσα του», «Μελάδα» είπε την Ελλάδα ο Αλέξης Μινωτής λόγω Μελά.
«Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες, αυτή να είναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;» Νίκος Καζαντζάκης (18 Φεβρουαρίου 1883 - 26 Οκτωβρίου 1957)

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Ηλιοβασιλέματα … στη Σαντορίνη

Αλήθεια ποια θέση θα  δώσουν στη Σαντορίνη του χρόνου, γιατί εφέτος το νησί στη παγκόσμια κατάταξη του ταξιδιωτικού περιοδικού «Travel & Leisure» μπήκε στη λίστα με τα δέκα καλύτερα νησιά του κόσμου και μάλιστα κατέκτησε τη τέταρτη θέση.  Η Σαντορίνη το 2012 δέχθηκε 1.685.664 τουρίστες και εφέτος υπολόγιζαν πως οι επισκέπτες του, θα ξεπεράσουν τα 2 εκατομμύρια.  Ευτυχισμένοι οι έμποροι. Τρισευτυχισμένοι οι ξενοδόχοι. Κολοτούμπες έκαναν οι ταξιδιωτικοί πράκτορες. Και μπαμ…  το νησί μαυρίζει, όπως άλλωστε μαυρίζουν και τόσα άλλα στη χώρα μας.
Τι γνώμη θα έχουν άραγε οι  ξένοι κυρίως, όταν επιστρέψουν από τις διακοπές; Και αναρωτιέμαι για τη γνώμη των ξένων γιατί εμείς - οι Έλληνες - έχουμε συνηθίσει  να λέμε «μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν αυτά» και ύστερα γελάμε, μόνοι μας, με τα χάλια μας.
Μπορεί κάποιοι να το βρήκαν ρομαντικό, να άναψαν κεριά και να κοιτούσαν όλο το βράδυ τα αστέρια. Κάποιοι άλλοι όμως το βρήκαν τραγικό που για ατέλειωτες ώρες ένιωθαν πως τους είχαν βάλει πρωταγωνιστές σε ταινία θρίλερ.
Θα μου πεις υπερβολές… αλλά πόσο υπερβολή μπορεί να είναι:
- να φοβάσαι μήπως το φαγητό που θα σου σερβίρουν είναι αλλοιωμένο;
- να μην έχεις παγάκια για το καφέ;
- να υποφέρεις απ’ τη ζέστη και να μην έχεις κλιματιστικό;
- να μην αντέχεις το κρύο νερό και να μην έχεις ούτε καν χλιαρό για το μπάνιο σου;
- να βγαίνεις απ’ τη πόρτα με φακό και να φοβάσαι;
- να μην μπορείς να φορτίσεις το κινητό σου;
- να κλαίει το παιδί σου γιατί φοβάται το σκοτάδι;
- να μην μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο σου;
Η Σαντορίνη ανήκει στα καλύτερα νησιά του κόσμου λόγω της φυσικής της θέσης. Μόνο που για να παραμείνει ο καλύτερος προορισμός πρέπει να διαθέτει και τις ανάλογες υποδομές.
Να μην ξεχάσω να σας πω, πως στο νησί βρίσκονται και πάρα πολλά κρουαζιερόπλοια. Ευτυχώς εκείνα έχουν γεννήτρια... γιατί όταν έπεσε ο ήλιος στη Σαντορίνη, τα φώτα δεν άναψαν.

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

"Τίποτε δεν είναι πιο αβέβαιο από τον όχλο" (Κικέρων)

Πρέπει να είναι κάποιος πολύ βλάξ για να μην πιστεύει ακόμα και τώρα την επικινδυνότητα των καταστάσεων, αλλά και σε τι μεγάλους μπελάδες μας βάζουν καθημερινά όλοι αυτοί οι Oλίγοι…
Ή μήπως, πράγματι είμαστε εντελώς βλάκες, που τους αφήσαμε και εξακολουθούμε να τους αφήνουμε ανενόχλητους να εκτελούν τα σχέδιά τους;

Και ποιος θα δώσει απαντήσεις σε όλα μας τα ερωτήματα, για το σήμερα και για το αύριο;

- Είναι καλοκαίρι μωρέ, άσε τώρα τις σοβαρές κουβέντες, που θα πας διακοπές; Αυτά μου είπε μια γνωστή και κατάλαβα τον λόγο που το άθλιο σύστημα βρήκε πρόσφορο έδαφος.
- Διακοπές; Γιατί έχεις λεφτά για διακοπές; της απάντησα.
- Έλα μωρέ για πέντε έξι μέρες κάτι έχω, είπε εκείνη.

Αλήθεια, όταν θα τελειώσουν τα «ίσα – ίσα», τα «έλα μωρέ», τα «κάτι λίγα ακόμα στην τράπεζα», τι θα γίνει; Μήπως τότε αγανακτήσουμε συνειδητά;
Και όταν συνειδητοποιήσουμε, πως εκτός από φτωχοί, είμαστε και εξαπατημένοι, τι θα κάνουμε; Θα αναθεματίσουμε την μοίρα μας ή θα μουντζώσουμε την βλακεία μας; Θα επαναστατήσουμε ή θα συνεχίσουμε να αυτοτιμωρούμαστε;

Θα εξακολουθήσουμε να περπατάμε με σκυμμένο κεφάλι ή θα το γυρίσουμε από μια άλλη πλευρά, αντίθετη από εκείνη που είχαν οι τελευταίες μας βλέψεις;
Ναι, πράγματι είναι καλοκαίρι, αλλά ο Σεπτέμβρης είναι πολύ κοντά και εμείς εξακολουθούμε να παρακολουθούμε το σήριαλ «Πώς να διασώσετε την Ελλάδα».
Μόνο που ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού έχει ήδη χρεοκοπήσει και το υπόλοιπο θα πάρει σύντομα τον ίδιο δρόμο.
Και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει, γιατί όλοι εμείς, είμαστε εξαφανισμένοι. Σχολιάζουμε στο διαδίκτυο, λέμε μεταξύ μας μερικές κουβέντες, νιώθουμε μέσα μας την κατάσταση αλλά τίποτε άλλο, μέχρι εκεί…

Βέβαια θα μου πεις: Nihil est incertius volgo, όπως είπε και o Κικέρων (μτφρ: τίποτε δεν είναι πιο αβέβαιο από τον όχλο). (Κικέρων 3 Ιανουαρίου 106 π.Χ. - 7 Δεκεμβρίου 43 π.Χ.)

Τι μας κρατάει όμως όμηρους στην ίδια μας τη χώρα;

Μην ανησυχείς θα έρθουν σε λίγο να σου κάνουν «αξιολόγηση» και τότε θα σου δώσουν εκείνοι την απάντηση…

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Μην ευνουχίζεσαι, παρακαλώ

Η κατάσταση πιέζει πολύ.
Λίγο αέρα πνιγόμαστε.
Δεν ακούει κανείς;
Κι όμως, ενώ είσαι έτοιμος να ουρλιάξεις και ενώ δεν σου κρατά κανείς το στόμα κλειστό, εσύ δεν λες κουβέντα. Είναι σαν να κρύβεις ένα μεγάλο μυστικό που φοβάσαι τάχα να το ξεστομίσεις. Νιώθεις σαν φυγάς στην ίδια σου την χώρα, που αν μιλήσεις την άλλη μέρα θα χαθούν τα ίχνη του.
Λες, και αν φωνάξεις δυνατά «φτάνει πια», στην γωνία θα σε περιμένει ο τιμωρός σου.
Παράξενο.
Εγκαταστήσαμε στο προσκήνιο την πρακτική της σιωπής και της υπομονής. Όλες οι άλλες εκδοχές αντίδρασης παραμερίστηκαν επιτακτικά.
Έχω απογοητευτεί, θα απαντούσες.
Πράγματι όταν χάνεις την ελπίδα σου, δεν έχεις δύναμη για πιο πρακτικές λύσεις. Αλλά έχεις δικαίωμα να χάσεις την ελπίδα σου λίγο πριν πέσεις στο γκρεμό; Λίγο πριν αφήσεις την ζωή τη δική σου και των δικών σου, πάλι στα χέρια κάποιων άλλων;
Κι όμως.
Συνεχίζεις να ζεις την καθημερινότητά σου ενώ κάποιοι άλλοι κατευθύνουν το ρυθμό της, αδιάφοροι για τις συνέπειες αυτής της πρακτικής τους. Ξέρω, θέλεις και εσύ να τους τιμωρήσεις κάθε φορά που κοιτάς τις βιτρίνες και δεν μπορείς να πάρεις τίποτα. Κάθε φορά που υπολογίζεις το λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ. Κάθε φορά που περιμένεις στην ουρά να πληρώσεις το χαράτσι. Κάθε φορά που πας να βάλεις βενζίνη και ο δείκτης με το ζόρι φτάνει ούτε μέχρι τη μέση. Κάθε φορά που το παιδί σου έχει άλλη μια σεβαστή απαίτηση. Ξέρω τι θέλεις να κάνεις. Αλλά όταν έχεις την ευκαιρία, κάτι παθαίνεις. Ξαφνικά ευνουχίζεσαι και λες σε όλα «ναι».
Και;
Και η πίεση γίνεται καθημερινή, όλο και πιο μεγάλη, όλο και πιο αφόρητη.
Κάποιοι μας υποχρέωσαν να σιωπούμε, να δεχόμαστε χωρίς να μιλάμε και εμείς απλώς «υποχρεωθήκαμε» να υπακούμε, δεσμευμένοι από «υποχρεώσεις», με ή χωρίς εισαγωγικά.
Λες να είναι η ορατότητα που χάθηκε μέσα στο ελληνικό χάος;
Και όμως ακόμα και μέσα στην μαυρίλα υπάρχει ελπίδα. Αρκεί να σηκωθείς λίγο από θέση σου. Αρκεί να διεκδικήσεις το δίκιο σου. Η απάθειά σου, λένε οι «ειδικοί» λέγεται ΣΟΚ. Αλλά το αίσθημα της αυτοσυντήρησης δεν χάνεται και από τον πλέον απελπισμένο άνθρωπο. Αλήθεια το αίσθημα της αυτοσυντήρησης σε εσένα έχει εξαφανιστεί εντελώς από μέσα σου;
Ζεις. 

Φαντάσου να ζούσαν ο Γκάτσος & ο Χατζιδάκις, τι ντροπή…


Ο «Κεμάλ», του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου βρίσκεται εδώ και μέρες κρεμασμένο στα μπαλκόνια της δημοσιότητας…
Το νούμερο ένα κομμάτι σε συναυλίες, παραστάσεις και μουσικές επιλογές, χιλιοτραγουδισμένο από Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες, γίνεται θέμα συζήτησης για ένα λόγο που επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την πολιτιστική ένδειά μας.
Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Όταν μια δασκάλα δηλαδή αποφάσισε να μάθει στα παιδιά ένα από τα ωραιότερα τραγούδια και ένας γονέας διαμαρτυρήθηκε στη διευθύντρια ότι το κομμάτι «Κεμάλ» του Χατζιδάκι ασκεί φιλοτουρκική προπαγάνδα και η διευθύντρια κάλεσε την δασκάλα σε απολογία, αφού κατάσχεσε αλλά και έσκισε τις φωτοτυπίες με τους στίχους του Νίκου Γκάτσου.
Έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι μήπως η διευθύντρια δεν ήξερε τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Γκάτσο; Μήπως να την απαλλάξουμε λόγω βλακείας ή αμορφωσιάς;
Ποιο από τα δύο είναι αλήθεια χειρότερο;
Και μετά άρχισαν να μιλάνε για ισλαμική προπαγάνδα.
Κάποιοι θυμήθηκαν τον Γκάτσο, κάποιοι άλλοι το Χατζιδάκι.
Νόμιζαν πως το κομμάτι μιλάει για τον Ατατούρκ.
Μόνο που ο Γκάτσος δεν αναφερόταν στον Ατατούρκ αλλά στον Κεμάλ, ένα νεαρό πρίγκιπα της Ανατολής, που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο…
Αλλά… σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Για την ιστορία…

Ο Κεμάλ πρωτοηχογραφήθηκε για το Reflections του Μάνου Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη το 1968-69, όταν ο συνθέτης συνεργάστηκε με το New York Rock And Roll Ensemble.
Οι στίχοι ήταν αγγλικοί και όπως διάβασα, ερχόμενος ο Μάνος Χατζιδάκις στην Ελλάδα, έδωσε το κομμάτια του δίσκου Reflections στον Λευτέρη Παπαδόπουλο για να τα μεταφράσει στα ελληνικά, αλλά ο Μάνος  Χατζιδάκις δεν είπε στο Λευτέρη Παπαδόπουλο πως Κεμάλ έλεγαν ένα νεαρό αγόρι που είχε γνωρίσει στην Αμερική και τον είχε εντυπωσιάσει, σύμφωνα με συνεντεύξεις του Λευτέρη  Παπαδόπουλου, όταν ρώτησε τον Χατζιδάκι γιατί να ονομάσει Kemal το συγκεκριμένο τραγούδι, εκείνος του απάντησε πως τον αγαπημένο του... σκύλο στη Νέα Υόρκη τον φώναζε ''Κεμάλ''! Μάλλον ο Λευτέρης Παπαδόπουλος «θύμωσε» και κάπως έτσι αρνήθηκε να γράψει τραγούδια για ''σκύλους''.
Και το 1985 το live άλμπουμ της Μαρίας Φαραντούρη από το Παρισινό Olympia είχε μέσα την πρώτη εκτέλεση του Κεμάλ σε στίχους του Νίκου Γκάτσου με την φωνή του Βασίλη Λέκκα.  Το εκπληκτικό αυτό άλμπουμ Reflections ως Αντικατοπτρισμοί, μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Έλληνα ποιητή Νίκο Γκάτσο.

Είχε πει λοιπόν ο Μάνος Χατζιδάκις

 «Στη Νέα Υόρκη το χειμώνα του ΄68, συνάντησα ένα νέο παιδί είκοσι χρονών που το λέγανε Κεμάλ. Μου τον γνωρίσανε. Τί μεγάλο και φορτισμένο από μνήμες όνομα για ένα τόσο όμορφο και νεαρό αγόρι, σκέφθηκα. Είχε φύγει απ’ τον τόπο του με πρόσχημα κάποιες πολιτικές του αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, φαντάζομαι, ήθελε να χαθεί μέσ’ στην Αμερική. Του το είπα. Χαμογέλασε.
-Δέχεστε να σας ξεναγήσω;
Αρνήθηκε ευγενικά. Προτιμούσε μόνος.
Κι έτσι σαν γύρισα στο σπίτι μου τον έκανα τραγούδι, μουσική.
Ο Γκάτσος εκ των υστέρων, γράφοντας τους στίχους στα ελληνικά, τον έκανε άραβα πρίγκιπα να προστατεύει τους αδυνάτους. Κάτι σαν μια ταινία του ΄Ερολ Φλυν του ΄35.
Η Πελοπόννησος (καταγωγή του Γκάτσου), από τη φύση της αδυνατεί να κατανοήσει την αμαρτωλή ιδιότητα των μουσουλμάνων Τούρκων, που μοιάζουν σαν ηλεκτρισμένα σύννεφα πάνω απ’ τον Έβρο, ή σαν χαμένα και περήφανα σκυλιά.
Το μόνο που αφήσαμε ανέπαφο στα ελληνικά είναι εκείνο το «Καληνύχτα Κεμάλ». Είτε πρίγκιπας άραψ, είτε μωαμεθανός νεαρός της Νέας Υόρκης, του οφείλουμε μια «καληνύχτα» τέλος πάντων, για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε ήσυχα τη νύχτα. Χωρίς τύψεις, χωρίς άχρηστους πόθους κι επιθυμίες. Κατά πως πρέπει σ’ Έλληνες, απέναντι σ’ ένα νεαρό μωαμεθανό - όπως θα έλεγεν κι ο φίλος μας ο ποιητής ο Καβάφης.»

Μην πούμε περισσότερα. Λίγο πριν μας μείνει ολοκληρωτικά ο ήλιος και οι 40 βαθμοί κελσίου, μην φτάνουμε στο σημείο να διώκουμε ακόμα και τους σπουδαίους.
Φαντάσου να ζούσαν ο Γκάτσος και ο Χατζιδάκις, τι ντροπή…

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

«….και εμείς χειρότερα»


Διασχίζοντας το φανάρι μέσα στο τσούρμο που κατευθυνόταν προς τις αποβάθρες, άρχισα να σκέφτομαι τη θάλασσα για να νιώσω καλύτερα, ευτυχώς που εκείνη την ημέρα είχε ήλιο. Πολλοί από εμάς, αν και σε αναμμένα κάρβουνα, έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε ήλιο, θάλασσα, καλοκαίρι... μήπως και με αυτό τον τρόπο δροσίσουμε, κάπως, την μισο- καμένη γούνα μας.
Όταν το μετρό σταμάτησε μπροστά μου, συνειδητοποίησα πως είναι το μόνο που κινείται ελεύθερα τελικά σ 'αυτή τη πόλη. Η πόρτα άνοιξε και ο αγώνας για μια θέση - όχι ακόμα στον ήλιο - είχε αρχίσει, ενώ οι περισσότεροι άτυχοι ακούμπησαν τη πλάτη όπου βρήκαν.
Είναι αρκετά νωρίς το πρωί κι όμως, όλοι έμοιαζαν κατάκοποι λες και τη προηγούμενη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί κανείς - άθελά μου άρχισα να τους παρατηρώ, πράγμα που δεν μου αρέσει καθόλου, θα έλεγα.
Οι κάπως ηλικιωμένοι ήταν θλιμμένοι. Σε κάποιων άλλων το βλέμμα έβλεπες τη παλιά και όμορφη Αθήνα του τότε, ενώ κάποιοι αλλοδαποί κοίταζαν φοβισμένα τον κόσμο, μήπως και δουν κανένα μαύρο μπλουζάκι και πιαστούν στη φάκα σαν τα ποντίκια - ίσως.
Το βαγόνι μύριζε κατάθλιψη, ήθελα να βγω τρέχοντας από εκεί μέσα, αλλά που να πάω; «Ένας από όλους αυτούς είμαι και εγώ» σκέφτηκα και δεν έκανα ρούπι από την θέση μου.
Ο διπλανός μου κρατούσε μια εφημερίδα και κουνούσε το κεφάλι «Που μας καταντήσανε», έλεγε και ξαναέλεγε. Η απέναντι κυρία μουρμούρισε «έχουμε να δούμε πολλά ακόμα».
Κάποιοι καλοντυμένοι, ακόμα υπάλληλοι, δεν άλλαξαν στιγμή του βλέμμα τους, ακόμα και όταν μπήκε ο ζητιάνος που ήταν πράγματι καλοντυμένο παρέμειναν παγωμένοι. Στο βλέμμα κάποιων νεαρών, λίγο πιο ανέμελων, η ανασφάλεια λαμποκοπούσε...
Ξαφνικά ακούστηκαν παιδικές φωνές. Προσπάθησα να δω ανάμεσα στα σώματα των μεγάλων, ήταν μια ομάδα από παιδιά δημοτικού «σίγουρα επίσκεψη σε μουσείο ή σε κάποια παράσταση πρωινή τα πήγαιναν», είπα μέσα μου. Κι όμως είχαν καταφέρει να αλλάξουν στο λεπτό, το βαρύ κλίμα στο βαγόνι.
Ήταν ώρα να κατέβω. Φτάνοντας στο τζάμι της πόρτας – που πάντα παίζει ρόλο καθρέφτη – σκέφτηκα: πώς να δείχνει άραγε και το δικό μου πρόσωπο στα μάτια των άλλων; Ευτυχώς δε πρόλαβα να δω. Η συρόμενη πόρτα άνοιξε και κάποιοι βιαστικοί πίσω μου με έσπρωξαν απότομα μπροστά.
Είχα φτάσει στο Σύνταγμα βγήκα στο φώς και κοίταξα τη Βουλή «...και έζησαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα....», σκέφτηκα και προχώρησα με την πλάτη γυρισμένη.


Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Still Life in Athens


Κατέβηκα στην Ερμού και ήταν Τρίτη μεσημέρι. Είχα ανάγκη από ήλιο σήμερα. Φόρεσα σπορτέξ , ξεκλείδωσα το ποδήλατο, έβαλα τη τσάντα χιαστί – οι φόβοι συνήθως δεν ξεχνιούνται – έσφιξα το κράνος, γύρισα το κασκόλ στο λαιμό, και άφησα τα μάτια μου ελεύθερα για να μπορώ να βλέπω καθαρά τα χρώματα της πόλης, ενώ όπου έβρισκα μεγάλο πεζοδρόμιο δεν έχανα την ευκαιρία να ανέβω και να οδηγήσω ελεύθερα.
Πέρασα μπροστά από το ίδρυμα Θεοχαράκη. Τέλεια, έχει νέα έκθεση, στην επιστροφή θα μπω οπωσδήποτε.
Ερμού.
Ο πάλαι ποτέ γεμάτος πεζόδρομος, σήμερα ήταν άδειος. Θύμιζε Κυριακή η μέρα, αλλά δεν ήταν. Πόσο καιρό έχω να δω το κέντρο της Αθήνας γεμάτο και τα μαγαζιά ζωντανά;  «Δεν θα τα ξαναδείς», θα μου απαντούσε κάποιος και η αλήθεια είναι πως θα τον πίστευα. Νέκρα και μιζέρια, μύριζε η ατμόσφαιρα, στην πόλη που πάντα πίστευα πως έχει τα πάντα… και κυρίως ελευθερία.
Έφτασα  στο Μοναστηράκι κάθισα για λίγο στην πλατεία και είδα τα παιδιά που χορεύουν συνήθως εκεί για το μεροκάματο. Κοίταξα τριγύρω… Τελικά η Αθήνα παρέδωσε τα κλειδιά της επισήμως, παραδόθηκε και χάθηκε και εκείνη μαζί με εμάς.
Δεν κατάλαβα γιατί βρέθηκα σήμερα στο κέντρο. Για κάποιο λόγο το είχα ανάγκη. Πήρα όσο ήλιο μπόρεσα και ανηφόρησα πάλι προς τα επάνω. Σε λίγο είχα βρεθεί μπροστά από την έκθεση. Η μεγάλη πινακίδα έγραφε: Still Life: τα Αριστουργήματα από το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης. Still Life;
Μα εγώ είδα πριν από λίγο την έκθεση: Still Life Athens….

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Άνθρωποι και μασκαράδες



… Κι έπεσε το θέμα στο τραπέζι κι από αλλού ξεκίνησε κι αλλού κατέληξε…
Τι θα ντυθούμε εφέτος;
Ο ένας πετάχτηκε κι είπε ακροβάτες. Σωστά, έτσι κι αλλιώς καιρό τώρα, μας έχουν ανεβασμένους στο τεντωμένο σχοινί κι από κάτω δεν έβαλαν κανένα προστατευτικό... Και το σχοινί όλο και τεντώνει, όλο και γίνεται πιο λεπτό. Αλλά κανείς δεν σκέφτεται πως όταν σπάει και οι δύο πλευρές θα πέσουν στο κενό.
Να ντυθούμε παλιάτσοι.
«Ναι, τα ρούχα μας ακόμα μπορεί να μην έχουν παλιώσει, αλλά τα επόμενα χρόνια, παλιάτσοι θα είμαστε ντυμένοι», κάποιος είπε.
«Να ντυθούμε άνθρωποι», είπε κάποιος άλλος και σταμάτησαν όλοι να μιλάνε.
Μόνο ένας εξυπνάκιας πετάχτηκε και είπε «Άνθρωποι; Γιατί τώρα τι είμαστε;».
«Τώρα είμαστε παλιάνθρωποι», του απάντησε και κανείς δεν είπε λέξη.
Και πώς να εξηγήσεις τώρα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, όταν εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να συνηθίσουμε, να περπατάμε και να μην κοιτάμε όχι μόνο κάτω, αλλά ούτε δίπλα;
Όταν εμείς οι ίδιοι αφήσαμε την κοινωνία μας στα χέρια άλλων και απλώς περνάμε πατώντας το χαρτοσημείωμα του ζητιάνου χωρίς να ζητάμε συγνώμη; Όταν εμείς επιτρέψαμε να αφήνουν μπροστά στα μάτια μας ακόμα και την χρήση ηρωίνης; Όταν κατεβαίνουμε ατάραχοι την κυλιόμενη σκάλα στο μετρό - Μοναστηράκι και απλά κοιτάμε τα πεζοδρόμια που είναι γεμάτα από τους άστεγους με τις πολύχρωμες κουβέρτες; Μην αναφέρω άλλα…
Τι άλλο θα μου πεις να κάνουμε;
Αλλά αν εσύ θεωρείς λύση το γύρισμα του κεφαλιού, τότε ναι, μπορεί αυτό και να λέγεται παλιανθρωπιά. Είναι βαριά η λέξη έ; Καλά θα σε πω αδιάφορο για να μην παρεξηγηθείς, εξάλλου μία από σένα είμαι και εγώ ανήμπορη να διώξω όλη την ελληνική υποκουλτούρα, την ελληνική υποβάθμιση και την πολιτισμική υπανάπτυξή μας που ποτίζει τόσα χρόνια την χώρα μας…. Ή μπορούμε;
Άρα άνθρωπος είναι αυτός που διακατέχεται από "ανθρωπιά"; Μπορεί! Ας δοκιμάσουμε να ντυθούμε με ανθρωπιά και βλέπουμε…
Όσο για τους πολιτικούς, κανείς δεν ρώτησε τι θα ντυθούν εφέτος. Ήταν όλοι βέβαιοι πως είναι ήδη ντυμένοι μασκαράδες…
Καλή Αποκριά!

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Άλλος για ισόβια;


Ξαφνιάστηκαν λέει με την ισόβια ποινή. Σοκαρίστηκαν τάχα οι Βουλευτές και η υποτιθέμενη Υψηλή Κοινωνία της συμπρωτεύουσας, των Αθηνών και των περιχώρων... από μια απόφαση που άλλοι περίμεναν και άλλοι απλώς εύχονταν.
Και όλοι εμείς οι άλλοι, ανάμεσά τους και εγώ, η απόφαση αυτή δεν μας προκάλεσε κανένα συναίσθημα. Τι συναίσθημα να σου προκαλέσει ο Ένας, όταν σκέφτεσαι πως ισόβια θα έπρεπε να είναι οι Πολλοί;
Τι να σε αγγίξει περισσότερο απ' την ισόβια μιζέρια στην οποία σε έχουν καταδικάσει άθελά σου;
Δικάστηκες ερήμην και ούτε που σε κάλεσαν να παραβρεθείς στη δίκη σου, να σταθείς όρθιος, να ακούσεις τουλάχιστον τι ήταν αυτό που έκανες και καταδικάζεσαι σε ισόβια εξαθλίωση και σε απέραντη μελαγχολία.
- Είσαι βρέφος;
- Σε καταδικάζω να ζήσεις δύσκολα. Να υποφέρουν οι γονείς σου, να σε μεγαλώσουν μέχρι να φτάσουν στο σημείο να πουν: τι τα θέλαμε τα παιδιά...
- Είσαι γέρος;
- Καταδικάζεσαι και εσύ, που τόσα χρόνια συντηρούσες τα κατεστημένα. Δεν σου άξιζε βέβαια τέτοια τιμωρία αλλά... θα γίνεις ζητιάνος στα γεράματα και θα κουνάς κεφάλι και μαγκούρα λέγοντας «πως καταντήσαμε έτσι».
- Είσαι 18 και άφραγκος;
- Καταδικάζεσαι σε πλήρη απραξία.
- Είσαι τριανταπεντάρης, άνεργος και ερωτευμένος;
- Καταδικάζεσαι. Όχι με τα δεσμά του γάμου. Κλείσε την επιχείρηση σου και δεν ξέρω τι θα κάνεις. Πούλησε ότι έχεις και δεν έχεις όσο – όσο και ζήσε με αυτά για όσο πάει.... Και αν σε εκμεταλλεύονται μην μιλάς και πολύ, δεν έχεις πολλά περιθώρια. Καταδικάζεσαι λοιπόν με απέραντη υπομονή, θα την χρειαστείς.
Μην με ρωτάς τι θα γίνει με όλους τους άλλους, όλους αυτούς που θα έπρεπε να είσαι ισόβια αλλά δεν είναι.
Ποιος ξέρει, μπορεί μια μέρα να ακουστεί:
- Είσαι Έλληνας πολιτικός;
- Καταδικάζεσαι σε ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία…

…που μας κρύβουν συστηματικά και που, έπρεπε να μας είναι γνωστή από  τα σχολικά μας χρόνια...  (Κείμενο του Διονύση Σαββόπουλου)


Η ελληνική γλώσσα είναι τραγούδι !!! (Διονύσης Σαββόπουλος)

Τα ελληνικά είναι τραγούδι

Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων. Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε. Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας.
Ώσπου συνέβη το εξής: Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν' ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας «Λύρα»................, προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες. Είναι δύσκολο ν' απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους.

Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν «κύλαγε» όπως λέμε (οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές. Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (…) και τα συνέκρινα μ' αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό:

Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να 'ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό. Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό.
Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ' ένα ρυθμό ή σ΄ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται. Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς.

Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο. (…)

«Η μουσικότητα της
 ελληνικής γλώσσης είναι
 εφάμιλλος τής συμπαντικής»
 Γ. Ξενάκης

Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: «Λυγά πάντα η γυναίκα». Το «πάντα» ακούγεται ψηλότερα από το «λυγά» που παίρνει περισπωμένη. «Λυγά πάντα η γυναίκα” ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το «γυναίκα», που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε;
Τηλεφώνησα σ' έναν φίλο και έμαθα ότι η «γυναίκα» οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι' αυτό πήρε οξεία η «γυναίκα».

Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει «Λυγά πάντα η γυναίκα» λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη.

Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ' έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις: Είν' ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν' ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω».

Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το! «Ακριβός… ακριβώς».
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε: «Ακριβός… ακριβώς».

Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό; Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Τίποτε δεν χάθηκε. Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).

«Όταν κάποτε φύγω από τούτο το
 φως θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως
 ένα ρυάκι που μουρμουρίζει.
 Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
 στους γαλάζιους διαδρόμους
 συναντήσω αγγέλους, θα
 τούς μιλήσω ελληνικά,
 επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες.
 Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική»
 Νικ. Βρεττάκος

Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα. (…) Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά.
Προσπάθησα να πω τρεις φορές τρεις αλήθειες:

- Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
- Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
 - Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.

Ευχαριστώ
Διονύσης Σαββόπουλος