Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

«….και εμείς χειρότερα»


Διασχίζοντας το φανάρι μέσα στο τσούρμο που κατευθυνόταν προς τις αποβάθρες, άρχισα να σκέφτομαι τη θάλασσα για να νιώσω καλύτερα, ευτυχώς που εκείνη την ημέρα είχε ήλιο. Πολλοί από εμάς, αν και σε αναμμένα κάρβουνα, έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε ήλιο, θάλασσα, καλοκαίρι... μήπως και με αυτό τον τρόπο δροσίσουμε, κάπως, την μισο- καμένη γούνα μας.
Όταν το μετρό σταμάτησε μπροστά μου, συνειδητοποίησα πως είναι το μόνο που κινείται ελεύθερα τελικά σ 'αυτή τη πόλη. Η πόρτα άνοιξε και ο αγώνας για μια θέση - όχι ακόμα στον ήλιο - είχε αρχίσει, ενώ οι περισσότεροι άτυχοι ακούμπησαν τη πλάτη όπου βρήκαν.
Είναι αρκετά νωρίς το πρωί κι όμως, όλοι έμοιαζαν κατάκοποι λες και τη προηγούμενη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί κανείς - άθελά μου άρχισα να τους παρατηρώ, πράγμα που δεν μου αρέσει καθόλου, θα έλεγα.
Οι κάπως ηλικιωμένοι ήταν θλιμμένοι. Σε κάποιων άλλων το βλέμμα έβλεπες τη παλιά και όμορφη Αθήνα του τότε, ενώ κάποιοι αλλοδαποί κοίταζαν φοβισμένα τον κόσμο, μήπως και δουν κανένα μαύρο μπλουζάκι και πιαστούν στη φάκα σαν τα ποντίκια - ίσως.
Το βαγόνι μύριζε κατάθλιψη, ήθελα να βγω τρέχοντας από εκεί μέσα, αλλά που να πάω; «Ένας από όλους αυτούς είμαι και εγώ» σκέφτηκα και δεν έκανα ρούπι από την θέση μου.
Ο διπλανός μου κρατούσε μια εφημερίδα και κουνούσε το κεφάλι «Που μας καταντήσανε», έλεγε και ξαναέλεγε. Η απέναντι κυρία μουρμούρισε «έχουμε να δούμε πολλά ακόμα».
Κάποιοι καλοντυμένοι, ακόμα υπάλληλοι, δεν άλλαξαν στιγμή του βλέμμα τους, ακόμα και όταν μπήκε ο ζητιάνος που ήταν πράγματι καλοντυμένο παρέμειναν παγωμένοι. Στο βλέμμα κάποιων νεαρών, λίγο πιο ανέμελων, η ανασφάλεια λαμποκοπούσε...
Ξαφνικά ακούστηκαν παιδικές φωνές. Προσπάθησα να δω ανάμεσα στα σώματα των μεγάλων, ήταν μια ομάδα από παιδιά δημοτικού «σίγουρα επίσκεψη σε μουσείο ή σε κάποια παράσταση πρωινή τα πήγαιναν», είπα μέσα μου. Κι όμως είχαν καταφέρει να αλλάξουν στο λεπτό, το βαρύ κλίμα στο βαγόνι.
Ήταν ώρα να κατέβω. Φτάνοντας στο τζάμι της πόρτας – που πάντα παίζει ρόλο καθρέφτη – σκέφτηκα: πώς να δείχνει άραγε και το δικό μου πρόσωπο στα μάτια των άλλων; Ευτυχώς δε πρόλαβα να δω. Η συρόμενη πόρτα άνοιξε και κάποιοι βιαστικοί πίσω μου με έσπρωξαν απότομα μπροστά.
Είχα φτάσει στο Σύνταγμα βγήκα στο φώς και κοίταξα τη Βουλή «...και έζησαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα....», σκέφτηκα και προχώρησα με την πλάτη γυρισμένη.


Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Still Life in Athens


Κατέβηκα στην Ερμού και ήταν Τρίτη μεσημέρι. Είχα ανάγκη από ήλιο σήμερα. Φόρεσα σπορτέξ , ξεκλείδωσα το ποδήλατο, έβαλα τη τσάντα χιαστί – οι φόβοι συνήθως δεν ξεχνιούνται – έσφιξα το κράνος, γύρισα το κασκόλ στο λαιμό, και άφησα τα μάτια μου ελεύθερα για να μπορώ να βλέπω καθαρά τα χρώματα της πόλης, ενώ όπου έβρισκα μεγάλο πεζοδρόμιο δεν έχανα την ευκαιρία να ανέβω και να οδηγήσω ελεύθερα.
Πέρασα μπροστά από το ίδρυμα Θεοχαράκη. Τέλεια, έχει νέα έκθεση, στην επιστροφή θα μπω οπωσδήποτε.
Ερμού.
Ο πάλαι ποτέ γεμάτος πεζόδρομος, σήμερα ήταν άδειος. Θύμιζε Κυριακή η μέρα, αλλά δεν ήταν. Πόσο καιρό έχω να δω το κέντρο της Αθήνας γεμάτο και τα μαγαζιά ζωντανά;  «Δεν θα τα ξαναδείς», θα μου απαντούσε κάποιος και η αλήθεια είναι πως θα τον πίστευα. Νέκρα και μιζέρια, μύριζε η ατμόσφαιρα, στην πόλη που πάντα πίστευα πως έχει τα πάντα… και κυρίως ελευθερία.
Έφτασα  στο Μοναστηράκι κάθισα για λίγο στην πλατεία και είδα τα παιδιά που χορεύουν συνήθως εκεί για το μεροκάματο. Κοίταξα τριγύρω… Τελικά η Αθήνα παρέδωσε τα κλειδιά της επισήμως, παραδόθηκε και χάθηκε και εκείνη μαζί με εμάς.
Δεν κατάλαβα γιατί βρέθηκα σήμερα στο κέντρο. Για κάποιο λόγο το είχα ανάγκη. Πήρα όσο ήλιο μπόρεσα και ανηφόρησα πάλι προς τα επάνω. Σε λίγο είχα βρεθεί μπροστά από την έκθεση. Η μεγάλη πινακίδα έγραφε: Still Life: τα Αριστουργήματα από το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης. Still Life;
Μα εγώ είδα πριν από λίγο την έκθεση: Still Life Athens….

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Άνθρωποι και μασκαράδες



… Κι έπεσε το θέμα στο τραπέζι κι από αλλού ξεκίνησε κι αλλού κατέληξε…
Τι θα ντυθούμε εφέτος;
Ο ένας πετάχτηκε κι είπε ακροβάτες. Σωστά, έτσι κι αλλιώς καιρό τώρα, μας έχουν ανεβασμένους στο τεντωμένο σχοινί κι από κάτω δεν έβαλαν κανένα προστατευτικό... Και το σχοινί όλο και τεντώνει, όλο και γίνεται πιο λεπτό. Αλλά κανείς δεν σκέφτεται πως όταν σπάει και οι δύο πλευρές θα πέσουν στο κενό.
Να ντυθούμε παλιάτσοι.
«Ναι, τα ρούχα μας ακόμα μπορεί να μην έχουν παλιώσει, αλλά τα επόμενα χρόνια, παλιάτσοι θα είμαστε ντυμένοι», κάποιος είπε.
«Να ντυθούμε άνθρωποι», είπε κάποιος άλλος και σταμάτησαν όλοι να μιλάνε.
Μόνο ένας εξυπνάκιας πετάχτηκε και είπε «Άνθρωποι; Γιατί τώρα τι είμαστε;».
«Τώρα είμαστε παλιάνθρωποι», του απάντησε και κανείς δεν είπε λέξη.
Και πώς να εξηγήσεις τώρα τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, όταν εμείς οι ίδιοι αφήσαμε να συνηθίσουμε, να περπατάμε και να μην κοιτάμε όχι μόνο κάτω, αλλά ούτε δίπλα;
Όταν εμείς οι ίδιοι αφήσαμε την κοινωνία μας στα χέρια άλλων και απλώς περνάμε πατώντας το χαρτοσημείωμα του ζητιάνου χωρίς να ζητάμε συγνώμη; Όταν εμείς επιτρέψαμε να αφήνουν μπροστά στα μάτια μας ακόμα και την χρήση ηρωίνης; Όταν κατεβαίνουμε ατάραχοι την κυλιόμενη σκάλα στο μετρό - Μοναστηράκι και απλά κοιτάμε τα πεζοδρόμια που είναι γεμάτα από τους άστεγους με τις πολύχρωμες κουβέρτες; Μην αναφέρω άλλα…
Τι άλλο θα μου πεις να κάνουμε;
Αλλά αν εσύ θεωρείς λύση το γύρισμα του κεφαλιού, τότε ναι, μπορεί αυτό και να λέγεται παλιανθρωπιά. Είναι βαριά η λέξη έ; Καλά θα σε πω αδιάφορο για να μην παρεξηγηθείς, εξάλλου μία από σένα είμαι και εγώ ανήμπορη να διώξω όλη την ελληνική υποκουλτούρα, την ελληνική υποβάθμιση και την πολιτισμική υπανάπτυξή μας που ποτίζει τόσα χρόνια την χώρα μας…. Ή μπορούμε;
Άρα άνθρωπος είναι αυτός που διακατέχεται από "ανθρωπιά"; Μπορεί! Ας δοκιμάσουμε να ντυθούμε με ανθρωπιά και βλέπουμε…
Όσο για τους πολιτικούς, κανείς δεν ρώτησε τι θα ντυθούν εφέτος. Ήταν όλοι βέβαιοι πως είναι ήδη ντυμένοι μασκαράδες…
Καλή Αποκριά!