Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

H Δημιουργία του Ρωμιού [Νίκος Καζαντζάκης]

Μια μέρα ο Αλλάχ βρέθηκε μπόσικος, έπιασε φωτιά και κοπριά κι έπλασε το Ρωμιό.
Μα ευτύς, ως τον είδε, το μετάνιωσε.
Είχε ένα μάτι ο αφιλότιμος που τρυπούσε ατσάλι. !

«Τι να γίνει τώρα, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα.
Ας πιάσω να κάμω τώρα τον Τούρκο, να σφάξει το Ρωμιό, να βρει ο κόσμος την ησυχία του.»

Και ευτύς, χωρίς να χασομεράει, βάνει σ' ένα ταψί τον Τούρκο και το Ρωμιό να παλέψουν.
Πάλευαν, πάλευαν ως το βράδυ, κανένας δεν έριχνε το κάτω τον άλλον
Μα ευτύς, ως σκοτείνιασε, βάνει ο άτιμος Ρωμιός τρικλοποδιά, κάτω ο Τούρκος!

«Ο διάολος θα με πάρει, μουρμούρισε ο Αλλάχ, την έπαθα πάλι. Τούτοι οι Ρωμιοί θα φάνε τον κόσμο, πάνε οι κόποι μου χαμένοι. Τι να κάμω;»

Ολονύχτα δεν έκλεισε μάτι ο κακομοίρης, μα το πρωί, πετάχτηκε απάνω και χτύπησε τις.. χερούκλες του: «Βρήκα βρήκα» φώναξε.

Έπιασε πάλι φωτιά και κοπριά, κι έφτιαξε έναν άλλο Ρωμιό, και ους έβαλε στο ταψί να παλέψουν

Άρχισε το πάλεμα.

Τρικλοποδιά ο ένας, τρικλοποδιά κι ο άλλος. Μπηχτές ο ένας, μπηχτές κι ο άλλος. Μπαμπεσιά ο ένας, μπαμπεσιά κι ο άλλος. Πάλευαν, πάλευαν, έπεφταν, σηκώνουνταν, πάλευαν πάλι, ξανάπεφταν, ξανασηκώνουνταν, πάλευαν.

Κι ακόμα παλεύουν!
Κι έτσι ο κόσμος βρήκε την ησυχία του...

Νίκος Καζαντζάκης

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Πέταξαν έξω από την Ακαδημία τον κορυφαίο ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά γιατί έχασε την όραση του

Όταν έγινε γνωστό πως ο κορυφαίος Έλληνας ζωγράφος Δημήτρης Μυταράς έχασε την όρασή του, σκέφτηκα πως δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι πιο τραγικό σε έναν εικαστικό, να μην μπορέσει να ζωγραφίσει ποτέ ξανά… Αλλά τι είναι πιο τραγικό να μην βλέπεις ή να τους βλέπεις;

Ένα δημοσίευμα που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες με αφορμή την είδηση δημοσιεύει ένα κείμενο, το οποίο υπογράφει παλαιότερα ο ίδιος ο καλλιτέχνης, ο οποίος αναφέρει πως η Ακαδημία αντί να του παρασταθεί, τον διέγραψε από μέλος της και του ζήτησε πίσω την αποζημίωση που του είχε δώσει.  

Τελικά, για να είσαι άνθρωπος δεν χρειάζεται να είσαι της Τέχνης, της Ακαδημία ή του πολιτισμού γιατί… "Μόνο με την καρδιά μπορεί κάποιος να δει σωστά - αυτά που είναι πραγματικά σημαντικά δεν μπορούν να τα δουν τα μάτια", όπως έλεγε και ο μικρός πρίγκιπας... 
 «Πριν από 2μισι περίπου χρόνια, ταυτόχρονα με την εκλογή μου στην Ακαδημία Αθηνών, είχα μία οπτική νευροπάθεια την οποία δεν διαπιστώσαμε αμέσως και αναγκάστηκα να πάω στη Σουηδία. Εκεί διαγνώσθηκε η πάθησή μου. Αυτή η πάθηση επέρχεται, αλλά διαρκεί συνήθως 4 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα εγώ δεν έβλεπα και δεν μπορούσα να περπατήσω μόνος μου στον δρόμο. Να σκεφτείτε ότι έχω μια γυναίκα που μου γράφει τα βιβλία μου. Στο ίδιο διάστημα δεν μπορούσα να πάω στην Ακαδημία. Μάλιστα, τους είχα στείλει και τρία γράμματα τα οποία είναι ήδη ανακοινωμένα. Τους έγραφα λοιπόν ότι δεν μπορούσα να πηγαίνω για αυτό τον λόγο. Και η απάντηση ήταν ότι σύμφωνα με τον κανονισμό της Ακαδημίας θα πρέπει να διαγραφώ γιατί δεν ήμουν εκεί. Εγώ δεν έλειπα, αλλά ήμουν άρρωστος. Αυτό δεν το έλαβαν ποτέ υπόψιν τους, με αποτέλεσμα να μου κόψουν και τον μισθό. Και δεν σταμάτησαν εκεί, καθώς μου ζήτησαν πίσω και τους τρεις μισθούς που είχα εισπράξει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έτσι λοιπόν διεκόπη οποιαδήποτε παροχή είχα εγώ από την Ακαδημία. Εκείνο που ρώτησα επανειλημμένα ήταν να μου απαντήσουν στο αν αποβάλλεται όποιος αρρωσταίνει. Απάντηση δεν πήρα ποτέ. Αυτό που μου στοίχισε περισσότερο ήταν ότι την επόμενη χρονιά δεν υπήρχε το όνομά μου ούτε στην επετηρίδα. Έτσι απλά με πέταξαν έξω σαν να ήμουν ένα τίποτα.»
Δημήτρης Μυταράς 

Από την πλευρά της Ακαδημίας Αθηνών υποστηρίζεται ότι ο εσωτερικός κανονισμός της ορίζει πως αν κάποιο τακτικό μέλος της απουσιάζει συνεχώς πλέον του έτους άνευ αδείας ή ειδική εντολής της κυβέρνησης, “ διατηρεί μεν τον τίτλο του τακτικού μέλους, αλλά θεωρείται ως παραιτηθέν αυτής, και η έδρα λογίζεται ως κενή”. 

Ο Δημήτρης Μυταράς είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους με διεθνή καταξίωση και καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ)  με διεθνή καταξίωση και καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ (1953-1957) με δασκάλους τους Σ. Παπαλουκά και Γ. Μόραλη. Σπούδασε στη συνέχεια στο Παρίσι (1961-1964) με υποτροφία του Ι.Κ.Υ.  σκηνογραφία  στο  École Nationale des Arts Decoratifs και εσωτερική διακόσμηση στο École des Arts et Métiers με δάσκαλους τους F. Labisse και J. L Barrault. Η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε στην Αθήνα (1961, Ζυγός).

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Το «αφεντικό» στολίζει εργαζόμενο αλλοδαπό και το κεμπάπ γίνεται πέτρα...

Δεν ξέρω πως μας ήρθε χθες το βράδυ, κατεβαίνοντας τη Μητροπόλεως είχαμε όρεξη να φάμε κεμπάπ, ναι, σε αυτά τα τουριστικά… τα ίδια λέω και εγώ όταν τα βλέπω. Τουρίστες εξάλλου δεν είμαστε και εμείς στον τόπο μας;
Που θα κάτσουμε αναρωτηθήκαμε, «εδώ, λένε πως έχει το καλύτερο…». «Τέλεια» είπαμε και στρογγυλοκαθίσαμε παρατηρώντας τον κόσμο που πηγαινοερχόταν.
Ήρθαν τα κεμπάπ, περιποιημένα και πεντανόστιμα. Και εκεί ανάμεσα στα γέλια, τα σχόλια και τη γευσιγνωσία ακούγεται από το δίπλα μαγαζί ένας άντρας να φωνάζει δυνατά. (Σημείωση: το μαγαζί έχει την ίδια επωνυμία με εκείνο που τρώγαμε αλλά με μια μικρή παραλλαγή στο όνομα)
«Τι στέκεσαι μπροστά μου ρε μαλάκα. Άντε κουνήσω από εδώ. Κάνε παραπέρα. Καπνίζεις κιόλας. Σας έχουμε στα μαγαζιά μας, σας δίνουμε να τρώτε και το παίζετε και μάγκες. Αϊ φύγε από εδώ…» 
Μας έκατσε η μπουκιά στο στομάχι. Κοκαλώσαμε. Ποιος ήταν αυτός ο τύπος που με τόσο θράσος μιλούσε έτσι σε έναν άλλο άνθρωπο;
Εγώ τους έβλεπα και τους δύο κατάμουτρα. Εκείνος γύρω στα 50, καλοντυμένος με το πρόσωπο να εκπέμπει την απόλυτη κακία, και ο άλλος αλλοδαπός, ένας ξερακιανός μελαχρινός με άσπρα ρούχα ψήστη.
Χωρίς να έχω κανένα σκοπό να προκαλέσω αισθήματα μίσους, αλλά ούτε και να ευαισθητοποιήσω κανέναν, έχω να σας πω πως τα μάτια του αλλοδαπού βούρκωσαν, και μετά από λίγο άρχισαν να γυρίζουν. Πέταγαν φωτιές, ήταν γεμάτα μίσος και φθόνο. Είχα την αίσθηση πως θα γυρίσει πίσω και θα του σβήσει το τσιγάρο στα μούτρα, ή πως θα βουτήξει καμία καρέκλα και θα του την «φορέσει» στο κεφάλι. Αλλά μάλλον αυτά ήθελα να κάνω εγώ… γιατί ο αλλοδαπός δεν γύρισε ούτε καν να τον κοιτάξει, παρόλο που το αφεντικό, (γιατί ρώτησα και έμαθα, ήταν το αφεντικό), συνέχιζε να μουρμουρίζει και να βρίζει.
Τόσος κόσμος σε εκείνο το μαγαζί και δεν μίλησε κανείς, συνεχίσαμε να τρώμε κεμπάπ συνένοχοι στην ανθρώπινη ασχήμια του κόσμου… Υπέροχο το κεμπάπ αλλά η συμπεριφορά σας απαίσια. «Ντροπή», κι ας μην το είπα δυνατά την ώρα που έπρεπε…