Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Συγνώμη...


Με έστειλες να σου πάρω εφημερίδα και άργησα να γυρίσω, (όχι δεν εξαφανίστηκα από τότε), χαζολογούσα τις στοίβες που ήταν αραγμένες στο πεζοδρόμιο. Πάντα ρίχνω μια ματιά στους τίτλους και ότι καταλάβω – κατάλαβα, δε μπορώ να διαβάζω. Συγνώμη αλλά βαριέμαι… Ούτε ειδήσεις βλέπω αυτές τις βαριέμαι ακόμα περισσότερο. Ότι ακούω από τη τηλεόραση που παίζει δυνατά στις 8. Προτιμώ να μαθαίνω νέα από συζητήσεις, όταν αναλύουν πολιτική, κοινωνική και «πολλών άλλων ειδών μορφή, της χώρας». Οι προβλέψεις και οι υπερασπιστικοί ή καταδικαστικοί λόγοι έχουν «πλάκα». Και περιμένω να πουν κάτι με ουσία για finale, αλλά τίποτα… Μα ούτε και εγώ μπορώ να βγάλω συμπέρασμα για το τι γίνεται τουλάχιστον στη χώρα μου, απλά αφήνω τα αυτιά μου να βουίζουν και χάνομαι στις σκέψεις μου. Συγνώμη αλλά βαριέμαι να ακούω τα ίδια και τα ίδια.... Όσο για τη ζωή των επωνύμων, δε δίνω ούτε 1ευρώ για να μάθω που θα πάνε διακοπές….
Ζήτησα τελικά την εφημερίδα σου, αλλά είχε εξαντληθεί είπε η απλή έκδοση. (Λες ο κόσμος επιτέλους να σταμάτησε να βλέπει την εφημερίδα σα σακούλα με δείγματα; ) Συγνώμη αλλά θα σου πάρω τη «φουλ έξτρα» αυτή που χρειάζεται σακούλα για να τη μεταφέρεις.Οπ… αυτό δε το περίμενα! Το νέο CD της Πρωτοψάλτη και του Κορκολή μέσα σε μια εφημερίδα των 5 σχεδόν ευρώ. Όσο ακριβώς το πουλάει και ένας ταλαίπωρος μαύρος στη πλατεία όταν ρουφάς το καφέ σου και τον σιχτιρίζεις. Άσε που στον μαύρο με το ανάλογο παζάρι το παίρνεις 3ευρώ. (Προτιμώ να το δώσεις σε εκείνον που κοιτά με λαχτάρα τα κουλουράκια που άφησε η σερβιτόρα). Να και παραδίπλα στη στοίβα…η συλλογή του Σπανού, να και ο Πάριος μέσα σε μια σπασμένη θήκη, (ε βέβαια σιγά μη σε προσέξει κανείς).
Καλλιτέχνη μου συγνώμη… αλλά κάποτε είχες άλλο ρόλο στη κοινωνία. Τώρα σε ξεπουλάνε θέλοντας ή μη ακόμα και στα περίπτερα; Συγνώμη, αλλά εκεί κάποτε σταματούσαν μόνο για τσίχλες…..

Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

.... και εμείς χειρότερα

Διασχίζοντας το φανάρι μέσα στο τσούρμο που κατευθυνόταν προς τις αποβάθρες, σκεφτόμουν τη θάλασσα για να νιώσω καλύτερα. (Οι περισσότεροι από εμάς αν και σε «αναμμένα κάρβουνα» ετοιμαζόμαστε για τις ολιγοήμερες βουτιές, μπας και δροσίσουμε τη μισό-καμένη «γούνα» μας.)
Όταν το μετρό σταμάτησε μπροστά μου, συνειδητοποίησα πως είναι το μόνο που κινείται ελεύθερα σ ’αυτή τη πόλη τελικά.
Εκκίνηση …. η πόρτα άνοιξε και ο αγώνας για μια θέση (όχι ακόμα στον ήλιο) είχε αρχίσει, ενώ οι περισσότεροι άτυχοι ακούμπησαν τη πλάτη όπου βρήκαν.
Είναι αρκετά νωρίς το πρωί… και πώς γίνεται όλοι να δείχνουν κουρασμένοι, λες και τη προηγούμενη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί κανείς τους… Άρχισα να τους παρατηρώ….
Οι κάπως ηλικιωμένοι ήταν θλιμμένοι από τη μειωμένη σύνταξη, μάλλον.
Σε κάποιων άλλων το βλέμμα έβλεπες τη παλιά και όμορφη Αθήνα του τότε…
Κάποιες γυναίκες που είχαν αφήσει τα παιδιά τους σε κάποια νταντά, μάλλον σκέφτονταν πως θέλουν ακόμα είκοσι χρόνια για να πάρουν σύνταξη.
Ιδιωτικοί υπάλληλοι και μη, δε χαμογελούσαν μετά το πάγωμα των μισθών. Στα μάτια τους έβλεπες όλα εκείνα τα απλήρωτα δάνεια. Και τι θα πουν το Σεπτέμβρη στα παιδιά τους που πέρασαν για σπουδές στην επαρχία; (Κάποτε ήταν αβέβαιο το μέλλον του νέου, τώρα το μέλλον είναι αβέβαιο σε κάθε ηλικία.)
Λίγοι ήταν εκείνοι που έβλεπες στο βλέμμα τους χαρά.
Ξαφνικά ακούστηκαν παιδικές φωνές. Προσπάθησα να δω ανάμεσα στα σώματα των μεγάλων. Τα παιδιά που μόλις είχαν μπει στο βαγόνι κατάφεραν να αλλάξουν στο λεπτό το βαρύ κλίμα που υπήρχε.
Με είδαν που κοιτούσα και άρχισαν να γελούν!!!
Ήταν ώρα να κατέβω. Φτάνοντας στο τζάμι της πόρτας (που παίρνει ρόλο καθρέφτη) σκέφτηκα πώς να δείχνει άραγε και το δικό μου πρόσωπο στα μάτια των άλλων.
Δε πρόλαβα να δω, η συρόμενη πόρτα άνοιξε και κάποιοι βιαστικοί πίσω μου με έσπρωξαν απότομα μπροστά. Είχα φτάσει Σύνταγμα βγήκα από στο φώς και κοίταξα τη Βουλή «…και έζησαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα….»

Χρονογράφημα στο περιοδικό "Πολιτικά Θέματα" 15/07/2010