Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Με είχαν περικυκλώσει 20 Σύροι πρόσφυγες - Διακριτικά ανέβασα το φερμουάρ...


"Θέλω μια καλύτερη ζωή"
"Το όνειρο μου είναι να δω ξανά τα παιδιά μου" 
"Θέλω να φύγω από την Ελλάδα. Τι να κάνω εδώ, χωρίς δουλειά και χωρίς λεφτά;"
Ομάρ, Ουαζι, Ασαν, Αριφατ, Ζουαν, Αχμαντ.
Λιγοστοί εκείνοι που μιλούσαν ελληνικά, όμως δεν άργησα να τους  ανακαλύψω. Ο κύκλος γύρω μου άρχισε να κλείνει. Πάνω από 20 άντρες με είχαν περικυκλώσει. Μιλούσαν μεταξύ τους, με κοίταζαν και δεν είχα ιδέα τι έλεγα για μένα.
- Μιλάει κανείς ελληνικά, φώναξα.
- Εγώ, λίγο.
- Τι λένε;
- Θέλουν να μάθουν πως σε λένε και τι δουλειά κάνεις.
- Έλενα.
Ο κύκλος γύρω μου όλο και μεγάλωνε. Όσο πιο διακριτικά μπορούσα ανέβασα το φερμουάρ, με τόσα βλέμματα πάνω μου ένιωσα περισσότερο γυναίκα...  Έβγαλα το κινητό για να ηχογραφήσω την συζήτηση, τους είπα πως είμαι... δημοσιογράφος και άρχισαν πάλι να μιλούν μεταξύ τους. 
- Τι λένε;
- Πως έχεις ωραία μάτια
- Λοιπόν, είπα αποφασιστικά, μερικές ερωτήσεις θα σας κάνω και μετά θα σας αφήσω να συνεχίσετε την διαμαρτυρία. 
Μια ολόκληρη μέρα στέκονται έξω από το κοινοβούλιο, για την ακρίβεια απέναντι από το Σύνταγμα. Σύροι πρόσφυγες που πραγματοποιούν διαμαρτυρία με αίτημα να τους δοθεί στέγη, φαγητό, δυνατότητα για δουλειά και άσυλο. Όλοι τους καλοντυμένοι και καθαροί. Φόρεσαν τα καλά τους για να καθίσουν οκλαδόν στον πιο πολύ-περπατημένο και βρώμικο πεζοδρόμιο της Αθήνας, ήσυχα και αθόρυβα, κρατώντας σαν μια γροθιά ένα τεράστιο πανό με συνθήματα στη γλώσσα τους και πιο δίπλα, στη δική μας γλώσσα, για να καταλάβουμε όλοι εμείς οι περίεργοι που περνούσαμε και τους τραβούσαμε με τα κινητά φωτογραφίες σαν να ήμασταν τουρίστες στην ίδια μας τη χώρα, τι θέλουν.

- Τι ζητάτε από την ελληνική Βουλή.  
- Να φύγουμε, να πάμε στην Ευρώπη. Δεν θέλουμε να μείνουμε άλλο εδώ, να φύγουμε σιγά - σιγά όλοι. 
- Εσύ που θες να πας;  
- Στη Γερμανία, από το αεροδρόμιο δέχονται μόνο 160 άτομα. 
- Υπάρχουν κάποιοι που θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα; 
- Μπα… χωρίς δουλειά, λεφτά, φαγητό, τι να κάνουμε εδώ; 
- Η Ελλάδα ήταν η εύκολη λύση; 
- Ναι, είναι πολύ κοντά μας, Πήγαμε Τουρκία και μετά ήρθαμε στην Ελλάδα. 
- Γυναίκες υπάρχουν ανάμεσα σας; 
- Όχι, δεν έχουμε γυναίκες μαζί, έχουν μείνει στη Συρία με τα παιδιά. (Βγάζει το κινητό και μου δείχνει δυο αγοράκια 5 & 6 ετών περίπου. Η κακουχία φαινόταν στο βλέμμα τους και η απογοήτευση στα δικά του χείλη)
- Η Ελλάδα περνάει δύσκολες μέρες, δεν πεινάτε μόνο εσείς, πεινάμε και εμείς, του είπα.
- Εμείς όμως ζούμε πόλεμο και ήρθαμε εδώ για κάτι καλύτερο αλλά δεν το βρήκαμε. 
- Το ξέρω.  Και εμείς αυτό θέλουμε, κάτι καλύτερο κι ας μην είμαστε προσφυγές.
Δεν καταλαβαίνω, τι λες;
- Τίποτα. Πες μου. Μίλησε μου, που μένετε, πως ζείτε; 
- Όπου βρούμε. Σε διάφορα σπίτια, σε δωμάτια, τέσσερα - πέντε άτομα μαζί. 
- Ελπίζετε πως μια μέρα θα γυρίσετε στη πατρίδα σας; 
- Στη Συρία δεν υπάρχει μέλλον. Μόνο αν βγάλουμε λεφτά μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. 
- Έχω ακούσει πως κάποιοι φτιάχνουν παράνομα χαρτιά και έτσι μπορείτε να φύγετε. 
- Ναι, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε δώσει λεφτά ακόμα και 3.000 ευρώ αλλά δεν μας έδωσαν ποτέ τα χαρτιά, ήταν κλέφτες.
- Και εσύ θέλεις να φύγεις από την Ελλάδα; (Είπα τυχαία σε έναν παραδίπλα που έδειχνε πως καταλαβαίνει τι λέω.)
- Όχι, εγώ ήρθα να δω τους συμπατριώτες μου, εγώ δεν θέλω να φύγω από την Ελλάδα.
- Γιατί; 
- Γιατί εγώ.... (Χαμογελάει)
- Τι; Ερωτεύτηκες Ελληνίδα; 
- Ναι, μου έγνεψε διστακτικά. 

Ξαφνικά η συζήτηση διεκόπη. Μέσα στον μεγάλο κύκλο μπήκε ένας δικός του κρατώντας ένα μεγάλο τελάρο με κόκκινα μήλα. Πήραν όλοι από ένα. Έκανε την ίδια κίνηση προς το μέρος μου, πήρα και εγώ ένα μήλο και έβαλα το κινητό στη τσάντα.  Δεν είπαμε κάτι άλλο. Με κοιτούσαν, τους κοιτούσα, τρώγαμε μήλα και χαμογελούσαμε. 
Τότε ο ερωτευμένος έσκυψε στο αυτί και μου είπε:
- Είμαι γκέι.
«Πρόσεχε όταν τρως μήλο, μου έλεγε η μάνα μου, με το μήλο πνίγονται εύκολα...»
- Θα στα πω μετά, μου ψιθύρισε, και κάπως έτσι έφυγα.
Η συζήτηση με τον ερωτευμένο συνεχίστηκε και πραγματικά, δεν ήταν  μόνο πικάντικη, ήταν και μυθιστορηματική. Μου ζήτησε να μην γράψω κάπου δημόσια την ιστορία του και θα το σεβαστό με τον ίδιο τρόπο που σέβομαι και τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός. 
Κατηφορίζοντας σιωπηλή την Πανεπιστημίου κρατώντας ένα μισοφαγωμένο μήλο στο χέρι, είπα μέσα μου: "Εδώ η Ελληνική κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα για εμάς θα κάνει για εσάς;" και ύστερα συνειδητοποίησα πως τόσο εκείνοι όσο και εμείς θέλουμε ακριβώς τα ίδια πράγματα δουλειά, λεφτά και.... πατρίδα.


Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Να χέσω τις υποσχέσεις σας και τις θυσίες μας

Η κληρονομία του λαδώματος έδειξε για άλλη μια φορά το βρωμερό της πρόσωπο, εξάλλου δεν παύει να το δείχνει όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Όλοι εκείνοι, που κατά καιρούς στρογγυλοκάθισαν στις δημόσιες καρέκλες, "έσπρωξαν" θέματα και έδωσαν λύσεις… σε καλούς πελάτες, όχι μόνο για να τους κρατούν «στο χέρι» αλλά και για να γεμίζουν τις μεγάλες τσέπες βρώμικο χρήμα εις βάρος μας, εχθές έπνιξαν την Αθήνα, προχθές βαρέθηκαν να καθαρίσουν τα φρεάτια και αν έχει απομείνει κανένα ρέμα ακάλυπτο αύριο θα βρουν τρόπο για να του δώσουν μια άδεια ανοικοδόμησης και μέχρι τότε τα ρέματα θα παραμένουν πνιγμένα στα σκουπίδια και τα μπάζα.
Συμπέρασμα: Η δημόσια διοίκηση είναι ανίκανη. Μια άχρηστη πολιτική αδύναμη να κάνει το παραμικρό σε μια πολιτεία που πολλοί θεωρούν κιόλας πολιτισμένη. Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι μόνο οι τέχνες και οι επιστήμες, πολιτισμός είναι και η πολιτική.
Πολιτική. Ποια πολιτική; Ένας πανικόβλητος υπουργούς που παρακολουθεί τις καταστροφές μιας μεγάλης νεροποντής και μεταφέρει την εικόνα στον πρωθυπουργό; Ένας θλιβερός  πρωθυπουργός που ανακοινώνει από την τηλεόραση αποζημιώσεις; Και ποτέ κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη, ποτέ, κανένας δεν τιμωρείτε και κάπως έτσι… ποτέ  δεν αλλάζει τίποτα στη ζωή μας.
Μια μεγάλη νεροποντή ήταν, που απλώς μας θύμισε που ζούμε. Σε μια κοινωνία που μας πνίγει κυριολεκτικά και μεταφορικά, σε μια κοινωνία, που με μια μεγάλη καταιγίδα μας άφησε χωρίς σπίτι, ηλεκτρικό, αυτοκίνητο, τόπο εργασίας, ζωή. Η ίδια πολιτική καταιγίδα που πνίγει χρόνια τώρα τις ζωές μας στα χρέη, στα δάνεια και στις υποσχέσεις. Στην τελική; Να χέσω τις υποσχέσεις σας και να χέσω και τις δικές μας θυσίες.
Αύριο μπορεί να χιονίσει…