Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

"Με συγχωρείτε κοιμάμαι στα παγκάκια δεν έχω σπίτι"

Ημέρα Πέμπτη, επόμενη στάση Σύνταγμα. Το βαγόνι γεμάτο κι όμως ήταν η μόνη φωνή στο πλήθος... "Με συγχωρείτε κοιμάμαι στα παγκάκια δεν έχω σπίτι". Η περιέργεια των ανθρώπων δεν έχει μάθει να ξεχωρίζει. Είναι πάντα ίδια, ξεδιάντροπη. Καρφώσαμε ομαδικά τα μάτια πάνω του, να δούμε ποιος ήταν εκείνος που δεν έχει σπίτι, που κοιμάται στα παγκάκια και που ζητάει τη συγχώρεση μας. Ελαφρά αξύριστος ασπρομάλλης, μιλούσε πεντακάθαρα ελληνικά, περίπου στα 70. Δεν φαινόταν ζητιάνος, όπως εκείνοι με τα σκισμένα ρούχα, τα βρώμικα χέρια και τα άλουστα μαλλιά. Δεν ήταν ναρκομανής, είχε όλες τις αισθήσεις. Ήταν σαν ένας από εμάς, "φυσιολογικός", που αν δεν έλεγε και ξανά λέγε την ίδια φράση, θα περνούσε κι αυτός απαρατήρητος, όπως ακριβώς κι εμείς.

"Με συγχωρείτε κοιμάμαι στα παγκάκια δεν έχω σπίτι".


Κάποιοι έβγαλαν και του έδωσαν μερικά ψιλά, κάποιοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και κάποιοι μπορεί να ένιωσαν ντροπή.  Όμως όλοι έκαναν την ίδια σκέψη "μια μέρα μπορεί να είμαι στη θέση του"…Μια Ελλάδα με σύγχρονους ζητιάνους, ντυμένους με τα καθώς πρέπει ακόμα ρούχα της ντουλάπας και με τα καλογυαλισμένα παπούτσια.


Στάση Σύνταγμα.


Ανεβαίνεις καμιά εικοσαριά σκαλιά και βλέπεις μια πολύβουη παρέα να φωτογραφίζουν και να γελούν αμέριμνα. Τουρίστες θα είναι, σκέφτηκα. Δεν μπορούσα με τίποτα να πιστέψω, πως υπάρχουν σήμερα Έλληνες που μπορούν να σταθούν ατάραχοι μπροστά από τη Βουλή και να τραβούν τάχα αναμνηστικές φωτογραφίες.  Πλησίασα. Κι όμως ήταν Έλληνες, χαρούμενα παιδιά. Μαθητές της πρώτης δημοτικού που τα έφεραν εκδρομή από την επαρχία στην Αθήνα. Τι όμορφα, τι ξέγνοιαστα.  Ακόμα δεν ξέρουν πως είναι και αυτά υποψήφιοι ζητιάνοι.