Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Το «αφεντικό» στολίζει εργαζόμενο αλλοδαπό και το κεμπάπ γίνεται πέτρα...

Δεν ξέρω πως μας ήρθε χθες το βράδυ, κατεβαίνοντας τη Μητροπόλεως είχαμε όρεξη να φάμε κεμπάπ, ναι, σε αυτά τα τουριστικά… τα ίδια λέω και εγώ όταν τα βλέπω. Τουρίστες εξάλλου δεν είμαστε και εμείς στον τόπο μας;
Που θα κάτσουμε αναρωτηθήκαμε, «εδώ, λένε πως έχει το καλύτερο…». «Τέλεια» είπαμε και στρογγυλοκαθίσαμε παρατηρώντας τον κόσμο που πηγαινοερχόταν.
Ήρθαν τα κεμπάπ, περιποιημένα και πεντανόστιμα. Και εκεί ανάμεσα στα γέλια, τα σχόλια και τη γευσιγνωσία ακούγεται από το δίπλα μαγαζί ένας άντρας να φωνάζει δυνατά. (Σημείωση: το μαγαζί έχει την ίδια επωνυμία με εκείνο που τρώγαμε αλλά με μια μικρή παραλλαγή στο όνομα)
«Τι στέκεσαι μπροστά μου ρε μαλάκα. Άντε κουνήσω από εδώ. Κάνε παραπέρα. Καπνίζεις κιόλας. Σας έχουμε στα μαγαζιά μας, σας δίνουμε να τρώτε και το παίζετε και μάγκες. Αϊ φύγε από εδώ…» 
Μας έκατσε η μπουκιά στο στομάχι. Κοκαλώσαμε. Ποιος ήταν αυτός ο τύπος που με τόσο θράσος μιλούσε έτσι σε έναν άλλο άνθρωπο;
Εγώ τους έβλεπα και τους δύο κατάμουτρα. Εκείνος γύρω στα 50, καλοντυμένος με το πρόσωπο να εκπέμπει την απόλυτη κακία, και ο άλλος αλλοδαπός, ένας ξερακιανός μελαχρινός με άσπρα ρούχα ψήστη.
Χωρίς να έχω κανένα σκοπό να προκαλέσω αισθήματα μίσους, αλλά ούτε και να ευαισθητοποιήσω κανέναν, έχω να σας πω πως τα μάτια του αλλοδαπού βούρκωσαν, και μετά από λίγο άρχισαν να γυρίζουν. Πέταγαν φωτιές, ήταν γεμάτα μίσος και φθόνο. Είχα την αίσθηση πως θα γυρίσει πίσω και θα του σβήσει το τσιγάρο στα μούτρα, ή πως θα βουτήξει καμία καρέκλα και θα του την «φορέσει» στο κεφάλι. Αλλά μάλλον αυτά ήθελα να κάνω εγώ… γιατί ο αλλοδαπός δεν γύρισε ούτε καν να τον κοιτάξει, παρόλο που το αφεντικό, (γιατί ρώτησα και έμαθα, ήταν το αφεντικό), συνέχιζε να μουρμουρίζει και να βρίζει.
Τόσος κόσμος σε εκείνο το μαγαζί και δεν μίλησε κανείς, συνεχίσαμε να τρώμε κεμπάπ συνένοχοι στην ανθρώπινη ασχήμια του κόσμου… Υπέροχο το κεμπάπ αλλά η συμπεριφορά σας απαίσια. «Ντροπή», κι ας μην το είπα δυνατά την ώρα που έπρεπε…